σακχαρομύκητας

και, λόγιος τ., σακχαρομύκης, ο, Ν
σημαντικό, από οικονομική άποψη, γένος ασκομυκήτων που ανήκει στην οικογένεια σακχαρομυκητίδες τής τάξης σακχαρομυκητώδη, με 30 περίπου είδη τής ομάδας τών ζυμομυκήτων, πολλά από τα οποία χρησιμοποιούνται στην αρτοποιία και στην ζυθοποιία χάρη στην ικανότητά τους να προκαλούν ζυμώσεις, γι' αυτό και είναι γνωστά και ως ζύμες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. saccharomycete (< σάκχαρο + μύκητας)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κρασί — Ποτό που παράγεται από την ολική ή μερική αλκοολική ζύμωση του μούστου (γλεύκους) των νωπών σταφυλιών. Από χημική άποψη, το κ. είναι ένα μείγμα από 85 90% νερό, 5 14% αιθυλική αλκοόλη (οινόπνευμα) και από άλλες ουσίες, που προσδίδουν τα… …   Dictionary of Greek

  • σακχαρομυκητίαση — και σακχαρομύκωση, η, Ν ιατρ. παρασιτική νόσος που προκαλείται από διάφορους μικροσκοπικούς μύκητες τού γένους τών σακχαρομυκήτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < σακχαρομύκητας + κατάλ. ίαση / ωση] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.